Φίλες και φίλοι, η 02-05-2010, διάβασα, άκουσα και είδα ότι είναι μια ημερομηνία «ιστορική». Ένα «ορόσημο». Η αρχή ενός τέλους.

Εγώ λέω, παπάρια μάντολες.

Τέτοια μέρα, ιστορική, θα ήταν, εάν εξαιτίας της πλήρους υποταγής στα κελεύσματα που επιβάλλει το τρίπτυχο ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ, η Ελλάδα έπαυε να «ζει το μύθο της» κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη και αποφάσιζε να κοιτάξει τα πράγματα κατάματα. «Μακριά από τη λοιμική της» συνθηματολογίας και πιο κοντά στην εξαγνιστική πράξη της αυτοκριτικής.

Να ξεκαθαρίσω πρώτα κάτι, διότι βαρέθηκα και την τόση καταστροφολογία και μιζέρια. Στα 45 μου και όντας στην παραγωγική διαδικασία σχεδόν 26 χρόνια, φυσικά και ανησυχώ με όσα ήρθαν και μάλιστα πολύ. Αλλά ούτε ότι θα πεθάνω εξαιτίας τους πιστεύω, ούτε «πρωτάκουστα» και «πρωτοφανή» τα θεωρώ.

Έχω ζήσει μακρά περίοδο «παγώματος μισθών και στον ιδιωτικό τομέα», υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο Σαρτζετάκη.

Έχω μείνει άνεργος ξαφνικά και ενώ είχα «ανοιχτεί» με βάση άλλα οικονομικά δεδομένα, που, προ ξαφνικής ανεργίας έμοιαζαν «σταθερά». Έκανα το σκατό μου παξιμάδι και τα έφερα βόλτα.

Δεν έχω θεωρήσει ποτέ κανέναν εργοδότη μου «υποχρεωμένο» να με κρατήσει για πάντα –ειδικά εάν από ένα σημείο κι έπειτα δεν κάνω καλά τη δουλειά μου.

Και, μεταξύ μας τώρα, στη δική μας πιάτσα η έννοια «συνταξιοδότηση» μόνον ως (αισιόδοξο) ανέκδοτο συζητείται, εδώ και χρόνια, έτσι κι αλλιώς.

Να φοροδιαφύγω δεν μπορώ εκ των πραγμάτων –ακόμη κι αν ήθελα- και να χρηματιστώ δεν γούσταρα ποτέ, διότι όποιος σου τα δώσει σ’ έχει για πάντα στο χέρι και τέτοια εξάρτηση θα με άφηνε άγρυπνο τα βράδια και δυστυχή.

Αν χρειαστεί να δουλέψω σερβιτόρος, ή παραγιός (άντε… «παραπαππούς», στην ηλικία μου J) μάστορα ή ντελιβεράς ή βοηθός βοθρατζή ή οτιδήποτε άλλο για να ζήσω, μακάρι να με κρατάνε τα πόδια και τα χέρια μου για να μπορέσω να το κάνω και όχι «ντροπή» δεν θα το θεωρήσω, αλλά μεγάλη ΤΙΜΗ και ευτυχία, διότι θα έχω δουλειά.

Και λογίζω ΜΕΓΙΣΤΟ κληροδότημα των γονιών μου (και του γενικότερου κλίματος της εποχής μέσα στην οποία μεγάλωσα) τη ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ που πάντοτε είχα –μου το έμαθαν αυτό- ότι ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΒΡΟΧΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ. Και ότι, αργά ή γρήγορα, πάντως ΚΑΠΟΤΕ ΕΡΧΟΝΤΑΙ. ΣΙΓΟΥΡΑ. Και, άρα, οφείλεις να είσαι προετοιμασμένος γι’ αυτές. Να είσαι όχι μόνο «τζίτζικας», αλλά και «μέρμηγκας».

Στην παιδική μου ηλικία το τρίτο ζευγάρι παπούτσια ήταν έως και αχρείαστο (και πάντως, αν το είχες δεν το επιδείκνυες προκλητικά γιατί έτρωγες φατούρο στο προάυλιο, που δεν ήταν, όπως κατήντησε μετά την κατάργηση της ποδιάς μια ατέλειωτη “πασαρέλα” εκμάθησης του καταναλωτισμού), κρέας δεν τρώγαμε πάνω από δύο φορές την εβδομάδα, το να αλλάξεις αυτοκίνητο ακόμη και στα πέντε-έξι χρόνια ζωής του θεωρείτο σπατάλη και τα «Σαββατοκύριακα στο Παρίσι» (πόσο μάλλον οι… γάμοι υπουργών στο Παρίσι!) θεωρούντο αδιανόητες πολυτέλειες.

Δεν υποθέτω, λοιπόν. ΞΕΡΩ ότι μπορώ να ζήσω –και μάλιστα καλά- χωρίς καθημερινά φιλέτα και 12άρια ουίσκι, καινούρια αυτοκίνητα κάθε δυό χρόνια και ακριβές διακοπές. Δεν λέω ότι δεν μου αρέσουν αυτά. Λέω ότι ΞΕΡΩ πως ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ δεν είναι. Και αν τα χάσω, απελπισία δεν θα νιώσω. Αν χάσω τα απαραίτητα, ναι, θα απελπιστώ. Αλλά τα «κερασάκια», όχι.

Στο κάτω, κάτω της γραφής, άλλωστε, η προηγούμενη από μένα γενιά πέρασε ΠΟΛΥ πιο δύσκολα (αν και όχι μόνο, σίγουρα ΚΑΙ με την έννοια του πολύ πιο περιορισμένου καταναλωτισμού) κι όμως δεν τα κατάφερε απλώς, αλλά έβγαλε τεράστιες φυσιογνωμίες των τεχνών και των επιστημών. Αν μπόρεσαν εκείνοι να το κάνουν, οφείλω να το κάνω κι εγώ.

Και τώρα, οφείλουμε να το κάνουμε όλοι μας. Και οι μικρότεροι από μένα, πλέον. Όσοι, χωρίς να φταίνε, από τη στιγμή που άρχισαν να καταλαβαίνουν τι γίνεται στον κόσμο, εκεί γύρω στα 13, 14 τους, εν μέσω ζιβάγκο, ευτραφών υπογενείων και σοσιαλιστικής ρητορικής τελείως ασυμβίβαστης με την καπιταλιστική αδηφαγία των ομιλούντων, έμαθαν –κακώς- ότι βροχερές μέρες δεν θα έρθουν ποτέ. Ότι η Ελλάδα έχει άπειρες θέσεις για «διορισμούς», άπειρα «κόλπα» για να τη βγάλει κανείς καθαρή στο τέλος, άπειρα «δάνεια» για να πάρει η ίδια και να δώσει μετά με ευκολία στους αποχαυνωμένους πολίτες της.

Δεν έχει.

Αλλά και άλλοτε δεν είχε. Μη φοβάστε, λοιπόν, χωριανοί, τα «μέτρα».

Πρακτικώς από τις 23-4-2010 (και πολύ περισσότερο από σήμερα, ημέρα που «κλείδωσε» η παράδοση της ουσιαστικής διακυβέρνησης της χώρας από το υφιστάμενο πολιτικό προσωπικό), ο πρωθυπουργός μας ανακοίνωσε με τα σπαστά ελληνικά του απλώς ότι μόλις τελείωσε ένα μεγάλο, σπάταλο ρωμέικο (σαν ρωμαϊκό, απλώς πιο κακόγουστο) πάρτι.

Το μεγάλο, σπάταλο, ρωμέικο πάρτι που σε τέτοιο βαθμό ασυδοσίας και αδιαφορίας για το “μεθαύριο” (και το ποιος, εν τέλει, θα πληρώσει το λογαριασμό που, σαν τις βροχερές μέρες, πάντοτε έρχεται κάποια στιγμή) ξεκίνησε ο πατέρας του, ο «εθνάρχης» κι αυτός, Αντρέας Γεωργίου Παπανδρέου -ή ΘαΘανδρέου…

Δημιουργώντας εμπράκτως μέσα σε μερικούς μήνες μια ολόκληρη νέα κοινωνική ΜΗ παραγωγική τάξη στη χώρα (όσους, περίπου 200.000, ίσως και περισσότερους, προσέλαβε μάνι μάνι στο ευρύτερο Δημόσιο μέχρι τις αρχές του ’82 ήδη, ικανοποιώντας με τον πιο λανθασμένο και πρόχειρο τρόπο ένα πραγματικό και δίκαιο αίτημα της εποχής, που αφορούσε την εξομάλυνση ανισοτήτων μεταξύ των πολιτών. Εξομάλυνση που θα έπρεπε, βέβαια, να έχει γίνει με μια τελείως διαφορετική αναδιανομή του πλούτου που 5.000 μαυραγορίτες της Κατοχής συγκέντρωσαν χωρίς ποτέ να τιμωρηθούν για εσχάτη προδοσία -όπως συνέβη παντού αλλού- και όχι με το να μετακυλιστεί η “εσαεί” χρηματοδότηση μιας όντως καταπιεσμένης και αδικημένης κοινωνικής τάξης αποκλειστικά από το υστέρημα των απλών φορολογούμενων του ιδιωτικού τομέα, που δεν ανήκαν στην «πλουτοκρατία», ούτε ήταν μεγαλοαστοί),

αναφωνώντας αργότερα «Τσοβόλα, δώστα όλα»,

χαμογελώντας αυτάρεσκα όταν έλεγε το μνημειωδώς καταστροφικό –διότι έδινε το σύνθημα της αρπαγής- «είπαμε να κάνεις ένα δώρο στον εαυτό σου, αλλά όχι και 500.000.000 δραχμές» σε κάποιο διοικητή της ΔΕΗ που δεν θυμάμαι καλά το όνομά του (σε –άκης ήταν αν δεν κάνω λάθος), απειλώντας κάθε τόσο ότι θα μας βγάλει από “την ΕΟΚ και το ΝΑΤΟ”, υποσχόμενος “πετροδολλάρια από τους Άραβες” που ποτέ δεν ήρθαν, φυσικά, υιοθετώντας πρώτος τη “δημιουργική λογιστική” (αφότου έδιωξε άκομψα τον τελευταίο που θα μπορούσε να σώσει την κατάσταση, τον μέγα Κουλουριάνο από τη θέση του υπουργού Οικονομικών) και αναφωνώντας «Η Ελλάδα δεν θα γίνει χώρα σερβιτόρων» στην πρόταση να μας δοθεί ένα «έξτρα» ευρωπαϊκό κονδύλι αποκλειστικά για την τουριστική της ανάπτυξη, αρχές των ‘80ς, τότε…

Στις 23-4-2010, ο πρωθυπουργός μας, George Ανδρέα και Μαργαρίτας ΠαπαΘαΘανδρέου ανακοίνωσε με τα σπαστά ελληνικά του απλώς ότι μόλις τελείωσε το μεγάλο, σπάταλο, χυδαίο και κιτς πάρτι που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνέχισαν με αμείωτη λύσσα, εξοργιστική αφροσύνη και εμετική ανευθυνότητα επί τρεις δεκαετίες ΌΛΟΙ όσοι βρέθηκαν αργότερα στη θέση του πατέρα του:

ο επίτιμος με τον ενδοσκοπικό και “αλλού γι’ αλλού” Μάνο του και τους λοιπούς εθνοσωτήρες του. Ο «απλά προεδρεύων» Σημίτης με τον άνθρωπο-προσωποποίηση της ειλικρίνειας και του πολιτικού ήθους Γιάννο του και τους λοιπούς εθνοσωτήρες του. Ο Κωστάκης με τους δικούς του εθνοσωτήρες (που ήτανε και Χριστιανοί άνθρωποι, κιόλας, με την ευχή του Γιαραμπή και των horny για χρήμα και εξουσία «πατερούληδων» του Αγίου –χα!- Όρους, τα έκαναν ρόιδο όλα…)

 

ΟΛΟΙ.

Διότι ΟΛΟΙ αδιαφόρησαν για τις πραγματικές ανάγκες και, προκειμένου να εξασφαλίσουν την επανεκλογή τους υιοθέτησαν την εύκολη λύση: διόρισαν και διόρισαν και διόρισαν κι έδωσαν συντάξεις-φαντάσματα και επιδόματα-δώρα και επιχορηγήσεις-μαϊμού αβέρτα-κουβέρτα,

όλοι έκαναν στραβά μάτια,

όλοι έκαναν «αγορές του ‘’αιώνα’’» (πληρωτέες εις τον αιώνα τον άπαντα και, καθώς μαθαίνουμε ή ασφαλώς μπορούμε να υποθέσουμε, με την ανάλογη μίζα σε κάθε τομέα: στρατό, νοσοκομειακό εξοπλισμό, κρατικό υλικό κάθε είδους),

όλοι κάθισαν και κοίταζαν τις δημόσιες κοινωνικές παροχές να μαραζώνουν ΑΚΡΙΒΩΣ για να στραφεί ο κόσμος στις ιδιωτικές –όπως αποδεικνύεται, ή τέλος πάντων μπορεί με ασφάλεια να υποθέσει κανείς- απλώς διότι έτσι έπαιρναν και μια δεύτερη, μεγαλύτερη μίζα,

όλοι ΔΕΝ τόλμησαν,

όλοι είπαν ανερυθρίαστα ψέματα απλώς για να χαϊδέψουν αυτιά και να εξασφαλίσουν την διαρκή παρουσία τους σε απόσταση χεριάς από το βάζο με το μέλι,

όλοι βόλεψαν,

όλοι κάλυψαν,

όλοι (κι αν όχι όλοι, πάντως υπεραρκετοί για να δώσουν το στίγμα του χώρου) βγήκαν πιο πλούσιοι από την πολιτική απ’ ότι μπήκαν σ’ αυτήν,

όλοι είναι άξια παιδιά ΟΛΩΝ μας.

 

Διότι ΟΛΟΙ μας, είμαστε συνένοχοι στο έγκλημα. Όχι όμως έτσι, γενικά και αόριστα, επειδή «αυτούς ψηφίζαμε».

Αλλά επειδή όλοι μας έχουμε ο καθένας εγκληματίσει, προσωπικά! Με πρόθεση ή/και δια εγκληματικής αμέλειας!

Είτε επειδή ανήκουμε στους ξεκάθαρα κακούς είτε επειδή όσο καλοί κι αν είμαστε, κάνοντας ΤΙΠΟΤΕ απολύτως, επιτρέψαμε στο κακό να γιγαντωθεί!

Δεν έχουμε όλοι το ίδιο μερίδιο ευθύνης. Αλλά ουδείς μας είναι αθώος του αίματος.

Διότι όλοι μας έχουμε να διηγηθούμε (όχι οργίλοι σε δικαστήρια, όπως θα έπρεπε, αλλά χαμογελώντας σαν ανόητοι μοιρολάτρες στην παρέα) από δέκα, είκοσι, εκατό, διακόσιες ΦΡΙΚΙΑΣΤΙΚΕΣ, κατά βάθος ιστορίες:

για πατεράδες, θείους, αδέλφια ή ξαδέλφια ή γνωστούς μας που «διορίστηκαν και τώρα κάαααθονται και παίρνουν μια χαρά λεφτάκια και δάνεια με προνομιακούς όρους απ’ τις τράπεζες επειδή είναι ‘’μόνιμοι’’ και επιδόματα που δεν φορολογούνται»,

για μίζες που μάθαμε ότι δόθηκαν,

για υπαλλήλους που «λαδώσαμε» προκειμένου να κάνουμε πιο γρήγορα ή πιο εύκολα αυτό που ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ να κάνουμε δωρεάν και άμεσα έτσι κι αλλιώς,

για «φακελάκια» που δώσαμε σε γιατρούς,

για «γρηγορόσημα» που πληρώσαμε και «καθαρίσαμε» από μια γραφειοκρατία που ΕΠΙΤΗΔΕΣ είναι γιγάντια: ακριβώς για να «απαιτεί» εν τέλει γρηγορόσημο,

για φαντάρους που είχαν ως αγγαρεία να καθαρίζουν απ’ το χιόνι ή τα φύλλα ΜΟΝΟΝ τους δρόμους όπου έμεναν υπουργοί και μεγαλόσχημοι,

για επείγουσες κλήσεις στην αστυνομία που, αν δεν ήσουν “κάποιος” (κοματόσκυλο κατά κανόνα) απαντήθηκαν με μιάμιση ώρα καθυστέρηση,

για «μάγκες» που πλούτισαν με κάθε είδους πουστιές και κλεψιές,

για απίθανα «κόλπα» και «σχήματα» και «μηχανισμούς» που μάθαμε ότι λειτουργούσαν –και χρησιμοποιήσαμε κι εμείς οι ίδιοι- σε ΚΑΘΕ επίπεδο του κρατικού ή ημικρατικού μηχανισμού

(από συμμορίες που λυμαίνονταν και λυμαίνονται και σήμερα τις κοινοτικές επιχορηγήσεις μέχρι κυκλώματα που μ’ ένα χιλιαρικάκι «νομιμοποιούν» κορίτσια από τη Βουλγαρία για να γίνουν πόρνες και μετατρέπουν σε «πολιτικούς πρόσφυγες» πωρωμένα μέλη (νταβατζήδες, πρεζέμπορους, μαχαιροβγάλτες) της Νιγηριανής μαφίας και μυστικούς πράκτορες άλλων χωρών),

για διαπλεκόμενα «μπραβιλίκια» σε κάθε επίπεδο, με υψηλές ‘’άκρες’’, εδώ, εκεί και παραπέρα,

για λαδοπόντικες συνδικαλιστές και ψωραλέα κομματόσκυλα που αν και δεν ήταν θεσμικώς οι αρμόδοι «κανόνιζαν» τα πάντα πλαγίως και υπογείως (και με το αζημίωτο, φυσικά) σε ΚΑΘΕ είδους δημόσια υπηρεσία και αλλού,

για τύπους που είδαμε ότι ξεκινώντας τη θητεία της μια κυβέρνηση Τάδε δεν είχαν βρακί να αλλάξουν και στο τέλος αυτής της θητείας είχαν τρεις πολυκατοικίες, δύο εξοχικά με πισίνες, τέσσερις αυτοκινητάρες και τα παιδιά τους σε ιδιωτικά κολλέγια,

για απατεώνες που κυκλοφορούν ως κύριοι,

για «υψηλοσυνταξιούχους»… 45 ετών,

για νεκρούς από καιρό συνταξιούχους,

για συνταξιούχους της «Αντίστασης» που ήταν αγέννητοι την εποχή της Αντίστασης,

για επιδοτήσεις που έγιναν βίλλες και καταθέσεις στο εξωτερικό ή φαγώθηκαν σε επαρχιακά στριπτιζάδικα, κωλάδικα και καζίνα,

για ΚΑΘΕ είδους παραλογισμό, μικρό και μεγάλο στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα ΠΑΝΤΑ γύρω μας –από την παιδεία και την υγεία, έως το στρατό, τις εφορίες, τις πολεοδομίες, τα τελωνεία,

για κάθε είδους «τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας»,

για, για, για…

 

Τα ΞΕΡΑΜΕ ΟΛΟΙ, ΟΛΑ όσα γίνονταν! Δεν τα έκαναν, άλλωστε, κάποια «φαντάσματα», κάποιοι «αόρατοι», κάποιοι έποικοι, κάποιοι «ξένοι» -με τον άλφα ή βήτα τρόπο. Τα έκαναν ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ και ΦΙΛΟΙ μας ή και οι αφεντομουτσουνάρες μας οι ίδιες!

 

Και ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΛΛΟΘΙ.

Δεν δικαιούμεθα να καταφύγουμε στον εμετικά απλοποιητικό λαϊκισμό που σέρνεται σαν ποντικόψειρα στο διαδίκτυο και (σε μεγάλο βαθμό υπακούοντας στις εντολές αφανών ζάπλουτων εργοδοτών και ενός εξίσου ζάπλουτου, διεφθαρμένου παπαδαριού) φέρνει τους «απλούς πολίτες» να είναι, απλώς, «ξεγελασμένοι» από τους πολιτικάντηδες που ψήφισαν.

Οι «απλοί πολίτες» ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΛΟΙ ΕΞΙΣΟΥ, ΑΝ ΟΧΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΕΝΟΧΟΙ από τους πολιτικάντηδες. Διότι ΤΙΠΟΤΕ απ’ όσα έκαναν οι πολιτικάντηδες δεν μας ήταν άγνωστο ή δεν ΤΟΥΣ ΤΟ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΑΜΕ -ή το ΑΠΑΙΤΗΣΑΜΕ με τον τρόπο μας- ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΙΔΙΟΙ.

Και διότι δεν χρειάζεται να έχει κανείς πτυχίο στα οικονομικά για να καταλάβει ότι αυτά που οι συγγενείς, οι φίλοι μας κι εμείς οι ίδιοι κάναμε (ΜΑΖΙ με τους πολιτικάντηδες), οδηγούσαν με ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΗ ακρίβεια τη χώρα ΜΑΣ στην χρεοκοπία

–ακριβώς όπως ο καθένας μας γνωρίζει (άσχετα με το τι έπραξε τελικώς) ότι αν παίρνει 1.500 ευρώ από μια επισφαλή δουλειά, αλλά, ταυτοχρόνως έχει στεγαστικό δάνειο, δάνειο αυτοκινήτου, δάνειο για να πληρώνει τα δύο προηγούμενα δάνεια, τρεις φορτωμένες πιστωτικές κάρτες και την απαίτηση να «διασκεδάζει» οκτώ φορές το μήνα στα μπουζούκια ξοδεύοντας μαύρα λεφτά σε πανεράκια-θυσία στα ζουμερά μπούτια μιας άφωνης τραγουδιάρας, οδεύει με μαθηματική ακρίβεια στη φυλακή.

Ή μάλλον… όχι στη φυλακή. Όχι στην Ελλάδα, τουλάχιστον!

 

Στην Ελλάδα, βλέπετε, έπρεπε να έρθει το Δ.Ν.Τ. να μας επιβάλει τα αυτονόητα (εις την τρίτη δύναμη, όμως, πλέον) για να φτάσουμε να ΨΕΛΛΙΣΟΥΜΕ ότι όσοι κλέβουν δημόσια περιουσία, είτε είναι πολίτες είτε είναι δημόσιοι «λειτουργοί» είτε πολιτικοί, πρέπει να μπουν φυλακή και να δημευθεί η περιουσία τους.

Στην Ελλάδα, εξαιτίας ΚΑΙ του νόμου περί Τύπου που πέρασε πριν από δέκα-τόσα χρόνια ο λάβρος υπερασπιστής της Δημοκρατίας κύριος Ευάγγελος Βενιζέλος

(και ΒΟΛΕΨΕ έκτοτε πάρα πολύ όλους όσοι τον ακολούθησαν για να τον αλλάξουν),

όλα τα σκάνδαλα που μαθεύονται, είναι, αναπόφευκτα, προϊόντα έρευνας… ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ εισαγγελιών

–κι αυτό επειδή, οι «κουτόφραγκοι», σε αντίθεση μ’ εμάς, προβλέπουν ότι αυτός που δωροδοκεί χρήζει κατά κανόνα ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΗΣ ποινής απ’ αυτόν που δωροδοκείται!

 

ΚΑΙ αυτή η ατιμωρησία μας βόλευε, ΟΛΟΥΣ μας, όμως, όλα αυτά τα χρόνια.

ΟΛΑ μας βόλευαν.

Και οι «φούσκες» του χρηματιστηρίου

και τα εύκολα δάνεια από τις τράπεζες

και οι συνδικάλες (που όλοι, μυστηριωδώς, καταλήγουν βουλευτές!) που φωνάζανε «δεν υποχωρούμε αν δεν δικαιωθούμε» (κι αν το έγραφαν θα έγραφαν «δαιν οιπωχορούμαι αν δαιν δεικεοθούμε»)

και οι φοροδιαφυγές

και τα «γρηγορόσημα»

και τα «φακελάκια»

και τα «λαδώματα»

και οι ατέλειες (!!!) στις ΔΕΚΟ για τους εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ

και το να περνάνε στα πανεπιστήμια μαθητές-κουμπούρες του 6 και του 7 με άριστα το 20

και η διάλυση της δημόσιας παιδείας

και η διάλυση της δημόσιας υγείας

και το να υπάρχουν «κλειστά» επαγγέλματα που ανεβάζουν 500% το κόστος κάποιων υπηρεσιών

και τα άτυπα (αλλά ουσιαστικά) μονοπώλια ΠΑΝΤΟΥ

και οι βουλευτές μας, οι ριψάσπιδες και άπληστοι –διότι μας ΔΙΟΡΙΖΑΝ τους «δικούς» μας-

και οι «μετανάστες», διότι έκαναν όλες τις δουλειές που εμείς, τα «τρυφερά πόδια» θεωρούμε παρακατιανές και ανάρμοστες για τα βλαστάρια μας και εμάς τους ίδιους 

και όλα.

 

Και γι’ αυτό το να κλαίμε τώρα και να «διαμαρτυρόμαστε» είναι υποκριτικό.

ΣΚΥΛΕΨΑΜΕ ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΠΤΩΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΕΠΙ ΤΡΙΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ. ΚΙ ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΔΑΓΚΩΣΑΜΕ ΣΑΡΚΑ, ΠΑΝΤΩΣ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΜΕ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΑΪΝΟ ΧΕΡΙ ΑΠΟ ΤΟ ΝΑ ΚΟΒΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ. ΓΙΑΤΙ ΓΚΡΙΝΙΑΖΟΥΜΕ ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΣΤΟ ΠΤΩΜΑ ΑΠΕΜΕΙΝΑΝ ΜΟΝΟ ΚΟΚΑΛΑ ΠΟΛΥ ΣΚΛΗΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΜΑΣ; ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ, ΑΛΗΘΕΙΑ; ΟΤΙ, ΠΡΑΓΜΑΤΙ… «Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ»;

Εμβατήριο είναι αυτό, ρε. Σε λίγο θα απαγορεύεται έτσι κι αλλιώς να το τραγουδήσεις καν. Θα προσβάλει κάποιους ο… «εθνικισμός» που εκφράζει και θα σου πετάνε μολότοφ αν τολμήσεις να το σφυρίξεις.

 

Εκτός εάν οι… πολιτικοί εκτός από την πειθήνια εκτέλεση των διαταγών που παίρνουν από την «τρόικα» καταφέρουν τώρα και βάλουν και τη χώρα σε «ρυθμούς ανάπτυξης», «αναδιαρθρώνοντας δομές» και «παίρνοντας μέτρα».

Χα. Ας γελάσω. Ή όχι; Εσείς τι λέτε; Εγώ λέω ότι τα ίδια αίτια παράγουν τα ίδια αποτελέσματα.

Και οι πολιτικοί είναι που έχουν δημιουργήσει –σε εκτελεστικό επίπεδο- το πρόβλημα. Πώς θα το λύσουν; Ο τρόπος με τον οποίο έχουν αναδειχθεί, ο τρόπος με τον οποίο σκέφτονται, ο τρόπος με τον οποίο μιλούν, ο τρόπος με τον οποίο συναλλάσσονται με τους πολίτες, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν είναι ο τρόπος που μας έχει… κατατροπώσει.

Πώς θα γίνει, ξαφνικά, τρόπος ευθύνης, ειλικρίνειας και οράματος; Πώς αυτοί οι ίδιοι θα παραδεχθούν ότι κάποιοι σαν κι εκείνους ΠΡΟΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΓΙΑ ΛΕΦΤΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ, ΑΝ ΟΧΙ ΚΑΙ ΝΑ ΣΑΠΙΣΟΥΝ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ, ΠΑΝΤΩΣ ΝΑ ΔΗΜΕΥΘΕΙ Η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΤΟΥΣ, ΝΑ ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΤΟΥΝ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΝΑ ΓΡΑΦΤΟΥΝ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ «ΠΗΛΙΟΙ ΓΟΥΣΗΔΕΣ» ΚΑΙ «ΕΦΙΑΛΤΕΣ»;

Αδύνατο μπορεί να μην είναι, αλλά δύσκολο είναι πολύ. Πάρα πολύ. Μακάρι να γίνει -και ΠΡΕΠΕΙ να γίνει- αλλά αμφιβάλω αν μπορούν.

 

Και συνεπώς, για να κλείσουμε, γνώμη μου είναι πως λίαν συντόμως, ό,τι ονομάζουμε «πολιτικό σκηνικό» θα γνωρίσει πολύ μεγάλες αλλαγές. Γνώμη μου είναι ότι λίαν συντόμως, η Ελλάδα θα κυβερνάται ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ (και όχι μόνο κατ’ ουσίαν) από επιχειρηματίες.

Και ξέρετε κάτι –θλιβερό ίσως, αλλά φοβούμαι αληθινό;

Είτε επειδή ό,τι ονομάζουμε «κοινωνική πολιτική» περνάει πλέον, αναγκαστικά, σε δεύτερη μοίρα,

πίσω από τη συμμόρφωση των κυβερνητικών οικονομικών επιτελείων στις επιταγές της –διεθνοποιημένης- οικονομίας

(οπότε «καλό θα είναι σ’ αυτά τα επιτελεία να βρίσκονται ‘’γνώστες’’ και ‘’ψημένοι’’ στο όλο σύστημα σχέσεων των «πρακτικών» διεθνών οικονομικών»),

είτε επειδή, πολύ απλά, ο κόσμος θα σκεφτεί (απλουστευτικά και ίσως άδικα, αλλά τέτοια ώρα, τέτοια λόγια…) πως έτσι κι αλλιώς, οι παραδοσιακοί πολιτικοί λειτουργούν στην Ελλάδα ως ένα σώμα αχρείαστων μεσαζόντων μεταξύ του μέσου φορολογούμενου και του τυπικού εργοδότη του,

οι πλατιές μάζες των εκλογέων, όσοι ως τώρα ψηφίζουν τα δύο μεγάλα κόμματα, καθόλου δεν αποκλείεται να δεχθούν έως και με ανακούφιση και ελπίδα μια τέτοια αλλαγή.

Κι αυτό θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα έχουν καταφέρει να κάνουν σαν τα φαταούλικα μούτρα τους όσοι κυβέρνησαν τη χώρα εδώ και τρεις δεκαετίες με ΣΤΟΧΟ να διαφθείρουν τόσο πολύ τον πολίτη, ώστε να διαιωνίζει τον φαύλο κύκλο και να εκλέγει αυτόματα, στη συνέχεια, διεφθαρμένους πολιτικούς.

Να πει ο κόσμος: τι στο διάολο, άλλωστε;

Αφού, έτσι κι αλλιώς, νοσοκομεία δημόσια μπορεί να έχω στα χαρτιά, αλλά χωρίς ιδιωτική ασφάλεια δεν τη βγάζω πέρα,

δημόσια σχολεία μπορεί να έχω στα χαρτιά, αλλά παιδεία βρίσκω μόνο στα ιδιωτικά,

αστυνομία μπορεί να έχω αλλά ποτέ την ώρα ή στο μέρος που τη χρειάζομαι,

«κοινής ωφελείας» ονομάζονται οι σχετικές δημόσιες επιχειρήσεις αλλά στην πράξη πρόκειται για ληστρικούς μονοπωλιακής φύσης συντεχνιακούς μηχανισμούς,

στρατό μπορεί να έχω αλλά έτσι κι αλλιώς πιο σίγουρος θα νιώσω αν όλα τα ακριτικά νησιά αποικηθούν από συνταξιούχους Γερμανούς ή Αμερικανούς,

το ένα,

το άλλο,

το τρίτο,

το πέμπτο,

«δε γαμιέται κι η πατρίς; Φόρτσα, Ρότσα-Μπουμπλής»!

 

Με άλλα λόγια: ΕΛΛΑΣ Α.Ε. κι ας πάει και το παλιάμπελο κι ο Μακρυγιάννης κι ο Μπελογιάννης και ο Καρυωτάκης -διότι θυμίζει Μητσοτάκης- και ο Ελύτης –διότι θυμίζει το Σημίτης- κι ο Λεωνίδας κι ο Περικλής –διότι θυμίζουν το «Κωστάκης ο καραμπουζουκλής»- και όλα.

ΕΛΛΑΣ Α.Ε. με έμπειρο διευθύνοντα σύμβουλο αντί ερασιτέχνη περί της λειτουργίας των Α.Ε. πρωθυπουργό, διοικητικό αντί για  υπουργικό συμβούλιο και πρόεδρο Τραπεζοκρατίας αντί για πρόεδρο Δημοκρατίας.

Και ούτω καθεξής.

 

Μη φοβάστε, λοιπόν, χωριανοί, τα «μέτρα». Το ξανάπαμε: θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί. Να φοβάστε τη φτώχεια που το άφρον και ελλειμματικής ηθικής επικρατούν αληταριό (μέσα στο οποίο συμπεριλαμβάνω, ασφαλώς και μέγα μέρος του Τύπου) επέβαλε στο μυαλό και τη σκέψη μας μετά από τόσα χρόνια βιασμού της κοινής λογικής και της στοιχειώδους αριθμητικής.

Μη φοβάστε τον 13ο και τον 14ο μισθό που χάνονται (αν όχι σήμερα, μάλλον αύριο-μεθαύριο, με τα ”νέα μέτρα” που αναπόφευκτα θα έρθουν, ακριβώς επειδή “τα ίδια αίτια, γεννούν τα ίδια αποτελέσματα”).

Να φοβάστε όσους μεγάλωσαν πεπεισμένοι ότι η πορεία των πραγμάτων οδηγεί σταθερά και προς… 15ο και 16ο μισθό και μάλιστα «εγγυημένο» εξαιτίας των «αγώνωνε των μαζικώνε», να ‘ούμε και της σοσιαλιστικιάς (ή νεοφιλελευθεροχριστιανικιάς) πολιτικής αυτού του εσμού σφηκών-δολοφόνων που ενσάρκωσε επί δεκαετίες έννοιες υψηλές κατ’ αντίστροφη αναλογία με το δικό τους επίπεδο…

 

Τελειώνω με Κινέζο –όχι τον Σημίτη, αυθεντικό Κινέζο, τον Λάο Τσε:

«Ευτυχισμένος δεν είναι αυτός που τα έχει όλα, αλλά αυτός που δεν επιθυμεί τίποτε», είπε, τουλάχιστον 2.500 χρόνια πριν. Σοφή κουβέντα. Ακόμη και σήμερα, που η Κίνα επιθυμεί τα πάντα.

Ή ίσως, ειδικά σήμερα που αφού… κάνοντας τους «Κινέζους» εμείς αποκτήσαμε (;) τα προηγούμενα χρόνια όσα μας δίδαξαν να επιθυμούμε, είμαστε αναγκασμένοι στο εξής να «φιλοκαλούμε μετ’ ευτελείας και να φιλοσοφούμε άνευ μαλακίας».

Να αποκτήσουμε ξανά (άριστο) μέτρο, δηλαδή, και να ξεχάσουμε τον τρόπο με τον οποίο μαλακιζόμαστε χρόνια τώρα κυνηγώντας ανεμόμυλους…

 

 

 

Comments 149 σχόλια »