Αρχείο για

Το καλοκαίρι του 198…, ως φοιτητής, για πρώτη και τελευταία φορά ακολούθησα την «εκδρομή του έτους» της Σχολής. Καμιά σαρανταριά άτομα, απ’ τα οποία, πρακτικώς, δεν ήξερα κανένα σε επίπεδο πέρα από μια τυπική «καλημέρα», κινήσαμε και πήγαμε στην Πάρο. Για μένα ήταν η τέταρτη φορά και οι τρεις προηγούμενες αφορούσαν ελεύθερο κάμπινγκ με συμμαθητές απ’ το σχολείο -το ήξερα απ’ έξω κι ανακατωτά το νησί. Για κάποιους ήταν η πρώτη.
Για μένα, το «αυγό» στην όλη υπόθεση ήταν μια συμφοιτήτριά μου με ασυνήθιστα όμορφο όνομα.
Για τον «αρχηγό ΠουΡουΠουΠου* έτους» και «τον αρχηγό ΠουΡουΠουΠου Σχολής» τα κίνητρα ήταν, πώς να το θέσω; Ας το θέσω έτσι απλά: πολύ λιγότερο… ερωτικά απ’ τα δικά μου.
Τέλος πάντων, για να μην σας τα πολυλογώ, ελέω της συμφοιτήτριας με το ωραίο όνομα, μέχρι να φτάσουμε Πάρο, έχω αντλήσει από το οπλοστάσιό μου καμιά πενηνταριά ανέκδοτα και το καλύτερο κέφι που θα μπορούσα να έχω. Κάνα δυό κοπέλες έχουν κάνει τσίσα πάνω τους από τα γέλια και με τουλάχιστον τρεις συμφοιτητές έχω γίνει, από άγνωστος, κολλητός μέχρις του σημείου που θα μπορούσαμε ακόμη και σήμερα να κάνουμε παρέα, εάν και εφόσον…
Το βράδυ, στο φαγητό –και στη συνεχιζόμενη προσπάθειά μου να γυαλίσω λιγουλάκι στην περί ης ο λόγος- αμολάω άλλα πενήντα ανέκδοτα, πίνουμε και τις μπύρες μας γενικώς και όλα μοιάζουν να οδεύουν καλώς. Όταν…

Όταν «ο αρχηγός ΠουΡουΠουΠου* έτους» και «ο αρχηγός ΠουΡουΠουΠου Σχολής» με διπλαρώνουν και μου λένε να πάω πιο ‘κει να μου πουν κάτι. Πάω και μου λένε. Τι; Να κατέβω με την ΠουΡουΠουΠου στις φοιτητικές εκλογές.

-Ρε παιδιά, λέω εγώ, κατ’ αρχήν, ξέρετε αν είμαι ΧΧΧΧ (σ.σ.: το κόμμα που εκπροσωπούσε η ΠουΡουΠουΠου);
«Δεν έχει σημασία αυτό», μου απαντούν με ένα στόμα.
-Ξέρετε αν είμαι κάνας απατεώνας, που το βράδυ θα σας κλέψω τα πορτοφόλια ολονών και θα γυρίσετε κολυμπώντας στον Πειραιά;
«Δεν σταματάς ποτέ να αστειεύεσαι, έτσι; Χα, χα…»
-Εγώ, δεν αστειεύομαι. Μάλλον εσείς αστειεύεστε. Με ξέρετε ούτε μισή μέρα και μου λέτε να κατέβω μαζί σας στις εκλογές;
«Ναι» -με βλέμμα του στιλ, ‘’επιτέλους, κατάλαβε ο μαλάκας τι του λέμε τόσην ώρα’’.
-Ευχαριστώ, δεν θα πάρω.
«Μην είσαι χαζός. Απ’ αυτούς τους σαράντα εδώ, οι τριάντα θα σε ψηφίσουν. Ίσως και όλοι. Θα σε στηρίξει και ο ‘’μηχανισμός’’. Θα βγεις. Και μετά…»
-Ούτε μετά, ούτε τώρα. Είπα, ευχαριστώ…
Και δεν πήρα.
Ούτε το «τότε», ούτε το «μετά». Το οποίον «μετά», για τους συνομιλητές μου είχε ως εξής:
Ο «αρχηγός ΠουΡουΠουΠου έτους», παιδί άξιο, έξυπνο και ικανό (και απλώς ξεγελασμένο εκείνο τον καιρό) δεν άντεξε και εγκατέλειψε την παράταξη την επόμενη αγωνιστική σεζόν. Κατέβηκε με τους αριστεριστές και η πορεία του στα κοινά έφτασε, έτσι, μέχρις ενός σημείου –πολύ αξιοπρεπούς, οφείλω να ομολογήσω, σχετικού με τον Δικηγορικό Σύλλογο.
Ο «αρχηγός ΠουΡουΠουΠου Σχολής», όμως, απήλαυσε της πλήρους στήριξης του «μηχανισμού» και έφτασε κάποια στιγμή να είναι υφυπουργός, σε καίριο μάλιστα πόστο -σε καίρια εποχή κιόλας.
Εγώ, αν είχα πει «ναι», μόνο και μόνο επειδή, κάθε φορά, θα μπορούσα να πω καλύτερα ανέκδοτα από εκείνον στις όποιες παρέες των σαράντα, πενήντα ή εκατό ατόμων θα με έφερνε παρόντα ο «ρόλος» μου, έχω κάθε λόγο να θεωρώ ότι θα είχα γίνει –τουλάχιστον- ο υπουργός του.

Και σήμερα, θα κατακεραύνωνα στα κανάλια τους «τωρινούς», ξεχνώντας τους «προηγούμενους» (ή το αντίστροφο). Μπορεί να είχα σήμερα τόσα λεφτά ώστε να κάμνω κι εγώ τους γάμους μου στο Μονακό, π.χ. ‘Η να μένω στην Εκάλη, π.χ. Ή να ελέγχω όλες τις εταιρείες συμβούλων για τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, π.χ.. Ή να καμαρώνω την υπογραφή μου σε κρατικές συμβάσεις με κόστος που εκφράζεται σε αριθμούς με περισσότερα μηδενικά απ’ όσα μπορεί κανείς να συναντήσει μαζεμένα σ’ ένα συγκεκριμένο μέρος στην πλατεία Συντάγματος, π.χ. Θα μπορούσα σήμερα να είμαι συνδαιτημών των πλουσίων και ισχυρών, να έχω τη βίλα μου στη Μύκονο κοντά στην πραγματική εξουσία του τόπου, να μου φέρονται με σεβασμό οι ομιλούσες κεφαλές των δελτίων, να, να, να.
Μπορεί, με άλλα λόγια, να είχα προσφέρει κι εγώ τα μέγιστα στην… «ανοικοδόμηση του τόπου», στην «ευημερία του λαού», στην «ανάπτυξη της χώρας» και όλα αυτά τα σπουδαία και σημαντικά που έχουν πετύχει οι επιφανείς και λιγότερο επιφανείς πολιτικοί μας τα τελευταία 33 χρόνια που απολαμβάνουμε (;) Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας –σήμερα Τηλεοπτικής τέτοιας.

Να μην παρεξηγηθώ: Δεν μετανιώνω. Στο παραμικρό. Κατ’ αρχήν, δεν ήμουν ΧΧΧΧ –το κόμμα που εκπροσωπούσε ο «αρχηγός ΠουΡουΠουΠου Σχολής». Σίγουρα δεν σκόπευα να βουτήξω το πορτοφόλι κανενός –δεν χρειάζεται βέβαια, αλλά κακό δεν κάνει να το διευκρινίσω κι αυτό. Και ακόμη πιο σίγουρα, θεωρώ το χιούμορ πολύ σοβαρό πράγμα για να το καταντήσω μέσον πολιτικής ανέλιξης.
Την ιστορία την παραθέτω για δύο λόγους. Πρώτον επειδή το είχα υποσχεθεί, σε ανύποπτο χρόνο και, δεύτερον, επειδή δεν αντέχω άλλο τις λαύρες, θεατρινίστικα εξοργισμένες, εισαγγελικές παραγγελίες αυτής της υπέροχης φατρίας των «κεντρικών παρουσιαστών και παρουσιαστριών» των καναλιών, όλες αυτές τις μέρες.
Εννοώ: Ποιο «κράτος» ακριβώς εγκαλεί με μανιοκαταθλιπτική εμμονή στο λαϊκισμό αυτή η φατρία;
Το «κράτος» ως ουσιαστικό που έχει τη ρίζα του στο επίθετο «κρατύς» («ισχυρός», «δυνατός»); Το «κράτος» που εννοιολογικώς εξηγείται ως «δύναμη επιβολής εξουσίας» και, συνεπώς, θεωρητικά, έχει ΑΔΙΑΛΕΙΠΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, όποια κι αν είναι η «κυβέρνηση»; Το «κράτος» που, άμεσα ή έμμεσα, είμαστε όλοι μας -και, πολύ περισσότερο οι εξέχουσες μορφές της 4ης εξουσίας, έντυπης και ηλεκτρονικής, δηλαδή; Αυτό εγκαλεί;
Ή εγκαλεί απλώς την (κάθε) τωρινή κυβέρνηση -με την οποία, στην Ελλάδα, έφτασε να «ταυτίζεται» το «κράτος»;

Ασφαλώς και το δεύτερο είναι αυτό που συμβαίνει. Και ακριβώς γι’ αυτό το λόγο, μάλλον ποτέ δεν θα αποκτήσουμε και «κράτος», αλλά, απλώς θα αλλάζουμε «κυβερνήσεις».

Επειδή, παρότι, λόγου χάριν, πρακτικώς, τον ίδιο, κοινωνικώς ανάλγητο, μονεταριστικό νεοφιλελευθερισμό πρεσβεύουν και η σημερινή (τριετής και κάτι) και η προηγούμενη (πρακτικώς εικοσαετούς διάρκειας) κυβέρνηση, στα μάτια του «λαού» τον οποίο υποτίθεται ότι εκφράζουν δημοσιογραφικά οι ομιλούσες κεφαλές της τηλεόρασης, η σημερινή κυβέρνηση δεν θεωρείται συγχρόνως (και αυτονόητα) και φορέας-συνεχιστής κάποιας θεμελιώδους υπό-δομής εξουσίας που θα έπρεπε να είναι μονίμως συνεπής σε κάποιες βασικές αρχές.
Θεωρείται καθολικός και πλήρης… «ανατροπέας» κάθε έκφρασης εξουσίας που καθιέρωσε η προηγούμενη κυβέρνηση. Η οποία υπήρξε καθολικός και πλήρης «ανατροπέας» της προηγούμενης έκφρασης εξουσίας κ.ο.κ.
Διότι, στο μυαλό του ρουσφετολάγνου, εγωκεντρικού και (σκοπίμως) ημιμαθούς νεοέλληνα, εδώ και δεκαετίες, η «κυβέρνηση» δεν έχει υποχρέωση να υλοποιεί απολύτως κανένα «σταθερό» και «προς πάσα κατεύθυνση» έργο. Έχει υποχρέωση μόνο να υπηρετεί (ώστε να αυξάνει) τους «δικούς» της ψηφοφόρους ή εν γένει υποστηρικτές.
Δεν έχει υποχρέωση να φτιάξει και να συντηρήσει ζώνες πυροπροστασίας παντού. Έχει απλώς την υποχρέωση να χρηματοδοτήσει, ανά περιοχές, τους δήμους που είναι «δικοί» της, προκειμένου να κάνουν εκείνοι ζώνες –κι αν, εν τέλει, τα λεφτά γίνουν «Πολιτιστικός Αύγουστος» με την «Έφη Θώδη live under the full moon», δεν τρέχει μία.
Δεν έχει υποχρέωση να φτιάξει παντού πλήρως εξοπλισμένα και επαρκώς επανδρωμένα νοσοκομεία. Έχει υποχρέωση απλώς να παραγγείλει πανάκριβα μηχανήματα από τον διαπλεκόμενο μ’ αυτήν προμηθευτή –κι ας μείνουν να σαπίζουν αχρησιμοποίητα σε αποθήκες.
Δεν έχει υποχρέωση να επανδρώσει κάποιους νευραλγικούς τομείς διοίκησης με ανθρώπους πάνω απ’ όλα ικανούς. Έχει υποχρέωση απλώς να διορίσει «ημέτερους» κι ας είναι οι πλέον ακατάλληλοι.
Και ούτω καθεξής.

Αντιλαμβάνεστε τι λέω, λοιπόν, ότι προσπαθούν να μας πουν τώρα: ότι ο αλεξιπτωτιστής δεν τσακίζεται στο έδαφος επειδή τα κορδόνια που τράβηξε στα 3.000, στα 2.000, στα 1.000, στα 500, στα 100, στα 50 και στα 10 μέτρα δεν άνοιξαν το αλεξίπτωτο. Όοοχι. Τσακίζεται επειδή δεν άνοιξε αυτό που τράβηξε στα… 5 (κι από πάνω έχει ενίοτε να ακούσει και γελοίες δικαιολογίες του στιλ: καλά, ρε μεγάλε, ήθελες και αλεξίπτωτο, δηλαδή, για να πέσεις από τα πέντε μέτρα;)

Επιπλέον, δε –είναι ανόητο, στρουθοκαμηλικό και επικίνδυνο να το αγνοούμε αυτό- όλα έχουν να κάνουν επίσης και με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Με το τι ευνοεί το κλίμα για να φυτρώσει.
Κάποτε, για να γίνεις βουλευτής, έστω και «Μαυρογιαλούρος», έπρεπε, π.χ., να μιλάς, τουλάχιστον, καλά ελληνικά. Σήμερα, αρκεί να μιλάς τα ελληνικά που καταλαβαίνουν όσοι βλέπουν τηλεόραση για να ενημερωθούν: περί τις 5.000 λέξεις, δηλαδή, από ένα σύνολο εκατοντάδων χιλιάδων…
Κάποτε, ένα σκάνδαλο αρκούσε για να οδηγήσει σε μια παραίτηση ή μια αποπομπή. Από τότε που ακούστηκε το πρωτοφανές «είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του, αλλά όχι και 500.000.000 δραχμές», η παραίτηση είναι η μοναδική επιλογή που απομένει στη λογική μας.
Κάποτε, για να αναδειχθείς στην πολιτική, έπρεπε τουλάχιστον να έχεις δώσει κάποιου είδους άτυπες εξετάσεις, έστω στο «κομματικό» τεστ και το κομματικό τεστ περιελάμβανε αυτονόητες προϋποθέσεις, όπως, π.χ. να μην είσαι μειωμένου καταλογισμού ή να είσαι ιδεολογικά παραπλήσιος στο προς τα έξω παραμύθι του κόμματος.
Σήμερα, αρκεί να βρεθείς στο κατάλληλο σημείο, την κατάλληλη ώρα και να πεις «ναι» στην κατάλληλη ερώτηση –α, και άμα ξέρεις και μερικά ανέκδοτα και ξέρεις και να τα πεις καλά, ή έχεις παίξει σε σίριαλ ή έχεις εντυπωσιακή κορμοστασιά κι ωραία μάτια ή κάτι τέτοιο, ανάλογα σημαντικό και σοβαρό, ποιος σε πιάνει…

Κάποτε, φτιάχτηκαν κάπου αντιπυρικές ζώνες και κάποιοι μιλούσαν για ουσιαστική «αποκέντρωση».
Σήμερα, στις όποιες αντιπυρικές ζώνες είχαν κάποτε φτιαχτεί, τα δέντρα (που κάηκαν) είχαν φτάσει να γίνουν πιο ψηλά απ’ αυτά του δάσους το οποίο υποτίθεται ότι προστάτευαν. Και η «αποκέντρωση», προχώρησε τόσο πολύ ώστε η κόρη ενός φίλου πήγε να πεθάνει στα 14 της από οξεία σκωληκοειδίτιδα, Αύγουστο μήνα του 2007 στην Αμοργό, που βουλιάζει στους τουρίστες –στο τσακ την πρόλαβε το ελικόπτερο για τη Σύρο.

Όμως, είπαμε: το να υπάρχουν αντιπυρικές ζώνες και άλλα τέτοια «ψιλοπράγματα» όπως π.χ. έστω ένα επανδρωμένο χειρουργείο εκστρατείας, ρε αδερφέ, σε όλα τα νησιά, ΔΕΝ είναι δουλειά αποκλειστικώς της τωρινής «κυβέρνησης» αγαπητοί μου. Είναι δουλειά του «ΚΡΑΤΟΥΣ» όπως αυτό θα ΕΠΡΕΠΕ να ΥΠΗΡΕΤΕΙΤΑΙ από όλες τις κυβερνήσεις, όλων των χρωμάτων, εδώ και δεκαετίες.
Εμείς, όμως, δεν αγαπάμε αυτό το «κράτος». Αγαπάμε το… χρωματισμένο «κάτι-σαν-κράτος» που συστήνουν οι κυβερνήσεις μας.
Συνεπώς, όσο και να γκρινιάζουμε ή να οδυρόμαστε τώρα, είναι αργά. Αν μας αρέσει η κυβέρνηση, έχει καλώς. Αν όχι, ψηφίζουμε και την αλλάζουμε. Αλλά αν θέλουμε «κράτος», ας μεταναστεύσουμε κάπου αλλού. Και εν τω μεταξύ, αλοίμονο στους νεκρούς των ημερών. Τους νεκρούς των ημερών που πέρασαν και τους νεκρούς των ημερών που θά ‘ρθουν…

* Αντί για ΠουΠουΣουΠου, π.χ. (Παπάκι Πάει Στην Ποταμιά) ή ΠΑΣΠ ή ΟΝΝΕΔ ή ό,τι άλλο θέλετε…

Comments 27 σχόλια »


My blog is worth $11,290.80.
How much is your blog worth?

Wikipedia Affiliate Button ">